ἄγριον

ἄγριος
living in the fields
masc acc sg
ἄγριος
living in the fields
neut nom/voc/acc sg
ἄγριος
living in the fields
masc/fem acc sg
ἄγριος
living in the fields
neut nom/voc/acc sg
ἄ̱γριον , ἀγρέω
take
imperf ind act 3rd pl (doric aeolic)
ἄ̱γριον , ἀγρέω
take
imperf ind act 1st sg (doric aeolic)
ἀγρέω
take
imperf ind act 3rd pl (doric aeolic)
ἀγρέω
take
imperf ind act 1st sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Άγριον — Αρχαία πόλη της Κρήτης. Τοποθετείται κοντά στις εκβολές του ποταμού Σταυρωμένου του νομού Ρεθύμνης. Στο μέρος αυτό βρέθηκαν σημαντικές αρχαιότητες, μεταξύ των οποίων πολλά νομίσματα και ένα επιτύμβιο ανάγλυφο που παριστάνει νεαρό κυνηγό με το… …   Dictionary of Greek

  • Ἄγριον — Ἄγριος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ИОАНН ПРЕДТЕЧА — [Иоанн Креститель; греч. ᾿Ιωάννης ὁ Πρόδρομος], крестивший Иисуса Христа, последний ветхозаветный пророк, открывший избранному народу Иисуса Христа как Мессию Спасителя (пам. 24 июня Рождество Иоанна Предтечи, 29 авг. Усекновение главы Иоанна… …   Православная энциклопедия

  • PICRIS — Graeca vox πικρὶς, lactuca agrestis, Exodi c. 12. v. 8. in Vulgata, Et edent carnes nocte illâ assas ipsi et azymos panes cum lactucis agrestibus; ubi Vaticana translatio habet, Et azyma super picrides comedent: S. Cyprianus cum picridibus, legit …   Hofmann J. Lexicon universale

  • μηλάγριον — μηλάγριον, τὸ (ΑΜ) άγριο μήλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < μήλον (Ι) + ἄγριον (πρβλ. μελε άγριον)] …   Dictionary of Greek

  • πρωτάγριον — τὸ, ΜΑ συν. στον πληθ. τὰ πρωτάγρια μτφ. 1. οι πρώτοι καρποί («βασιλῆϊ φέρων πρωτάγρια μόχθων», Ανθ. Παλ.) 2. τα πρώτα βραβεία («τερπομένῃ παλάμῃ πρωτάγρια κούφισε νίκης», Noνν.) αρχ. η πρώτη άγρα, το πρώτο κυνήγι. [ΕΤΥΜΟΛ. < πρωτ(ο) * +… …   Dictionary of Greek

  • χλούνης — ου, ὁ, Α 1. ως επίθ. α) (επικ. τ.) χαρακτηρισμός αγριόχοιρου («ἡ δὲ χολωσαμένη... ὦρσεν ἐπὶ χλούνην σῡν ἄγριον ἀργιόδοντα», Ομ. Ιλ.) β) αυτός που βγάζει αφρούς από το στόμα, ἀφριστής* γ) χλοεύνης* δ) ευνουχισμένος ε) ερημικός 2. ως ουσ. α)… …   Dictionary of Greek

  • CECROPS — primus Atheniensium Rex. Euseb. in Chron. l. 1. Οἱ δὲ οὖν κατα τὸν Ω῎γυγον, καὶ τὸν κατακλυσμὸν, βαςιλεῖς; εἰςἱν ὅι δέ. Πρῶτος Κέκροψ, ὁ Διφυής. Iohannes Tzetzes, Chil. 5. Hist. 18. Πρῶτος ἁπάντων Α᾿ττικῆς ὁ Κέκροψ βαςιλεὑει, Apollodotus, l. 3.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • PAVONES — Hebr. Gap desc: Hebrew, pro cuthijim, i. e. Cuthaei seu Persici, 1. Regum c. 10. v. 22. et 2. Paral. c. 9. v. 21. Semel singulis trienniis ibat (Salomonis) classis in Tharsis et afferebat aurum et argentum, dentes elephantinos, simias et pavones …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ROSICA Classis — ςτόλος Ῥώςικος vel ὁ τῶ Ῥὼς ςτόλος, apud Cedrenum in Michaele Theophili filio, circa A. C. 850. τὸ δὲ εντὸς Ἐυξείνου καὶ πᾶςαν τὴν ἀυτοῦ παραλίαν ὁ τῶ Ῥὼς ἐπόρθηςε καὶ κατέτρεχε ςτόλος. Ἔθνος δὲ οἱ Ῥὼς Σκυθικὸν πρὸς τὸν Ἀρκτῶον ταῦρον… …   Hofmann J. Lexicon universale

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.